- διανέω
- δια-νέω (s. νέω), durchschwimmen. Übertr., τοσοῦτον πλῆϑος λόγων, sich durcharbeiten; u. ταῦτα μόγις διανενεύκαμεν, wir haben es endlich überwunden
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
διανέω — (Α) [νέω] 1. διαπεραιώνομαι κολυμπώντας 2. μτφ. διεξέρχομαι, επεξεργάζομαι 3. κλώθω … Dictionary of Greek
διανενευκότα — διανέω swim across perf part act neut nom/voc/acc pl διανέω swim across perf part act masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανεύσαντα — διανέω swim across aor part act neut nom/voc/acc pl διανέω swim across aor part act masc acc sg διανεύω nod aor part act neut nom/voc/acc pl διανεύω nod aor part act masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανένευκε — διανέω swim across perf imperat act 2nd sg διανέω swim across perf ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανένευκεν — διανέω swim across perf ind act 3rd sg διανέω swim across plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διένεον — διανέω swim across imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) διανέω swim across imperf ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανενευκός — διανέω swim across perf part act neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανενευκόσιν — διανέω swim across perf part act masc/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανενευκότας — διανέω swim across perf part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανενευκότες — διανέω swim across perf part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανενευκότος — διανέω swim across perf part act masc/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)